λοχεία


λοχεία
[лохиа] ουσ. Θ. роды,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λοχεία" в других словарях:

  • λοχεία — λοχείᾱ , λοχεία child birth fem nom/voc/acc dual λοχείᾱ , λοχεία child birth fem nom/voc sg (attic doric aeolic) λοχεί̱ᾱ , λοχεῖος of thanks for safe delivery fem nom/voc/acc dual λοχεί̱ᾱ , λοχεῖος of thanks for safe delivery fem nom/voc sg… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λοχεία — Λοχείᾱ , Λοχεία of fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λοχείᾳ — Λοχείᾱͅ , Λοχεία of fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λοχείᾳ — λοχείᾱͅ , λοχεία child birth fem dat sg (attic doric aeolic) λοχεί̱ᾱͅ , λοχεῖος of thanks for safe delivery fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λοχεῖα — Λοχεία of neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λοχεία — Το χρονικό διάστημα που κυμαίνεται από το τέλος του τοκετού μέχρι την επάνοδο των γεννητικών οργάνων και του οργανισμού της γυναίκας στην πριν από την εγκυμοσύνη κατάσταση. Συνήθως η λ. διαρκεί 3 6 εβδομάδες, στη διάρκεια των οποίων απαιτείται… …   Dictionary of Greek

  • λοχεία — η η λεχωνιά (βλ. λ.) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λοχεῖα — λοχεῖος of thanks for safe delivery neut nom/voc/acc pl λοχεῖος of thanks for safe delivery neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λοχείας — Λοχείᾱς , Λοχεία of fem acc pl Λοχείᾱς , Λοχεία of fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λοχείας — λοχείᾱς , λοχεία child birth fem acc pl λοχείᾱς , λοχεία child birth fem gen sg (attic doric aeolic) λοχεί̱ᾱς , λοχεῖος of thanks for safe delivery fem acc pl λοχεί̱ᾱς , λοχεῖος of thanks for safe delivery fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)